Γραμμές που τρέχουν. Πολλές γραμμές που τρέχουν παράλληλα. Η μία αντίκρυ στην άλλη, χωρίς να ενώνονται ποτέ. Γραμμές, χωρίς αρχή που να θυμάσαι και χωρίς τέλος που να μπορείς να προβλέψεις.
Ευθείες γραμμές, που προχωράνε.Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν. Γιατί κάπου ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος τους, υπάρχει ένας άνθρωπος.
Ένας άνθρωπος μόνος. Πόσο μόνος;
Πολύ; Λίγο; Αρκετά για να το καταλαβαίνει ή όχι αρκετά για να το παραδεχτεί; Δεν ξέρω. Και μάλλον ούτε αυτός ξέρει.
Ζούμε σε μια εποχή που έχει καταφέρει το σχεδόν ακατόρθωτο: να είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι και ταυτόχρονα όλο και πιο μόνοι. Έχουμε ανθρώπους στις επαφές μας, ανθρώπους στις οθόνες μας, ανθρώπους που βλέπουν τις φωτογραφίες μας, τις σκέψεις μας, τα πρωινά μας, τα βραδινά μας.
«Είμαι εδώ». Το γράφουμε. Το δείχνουμε. Το ανεβάζουμε. Και κάπου μέσα μας περιμένουμε κάποιον να απαντήσει ένα like, μια καρδούλα. Ένα «τι κάνεις;». Ένα «χαχα».
Και μετά; Μετά πάλι οι γραμμές.
Μόνες, ευθείες, παράλληλες.
Ίσως η μοναξιά σήμερα να μην είναι το να μην έχεις ανθρώπους γύρω σου. Ίσως να είναι το να έχεις ανθρώπους παντού και να μην έχεις κανέναν εκεί που πραγματικά χρειάζεται. Εκεί όπου δεν υπάρχουν emojis. Ούτε φίλτρα, ούτε σωστές απαντήσεις. Μόνο εσύ και η σκέψη σου.
Μιλάμε πολύ. Αλλά πόσο ακούμε; Αγγίζουμε οθόνες. Αλλά πόσο αγγίζουμε ο ένας τον άλλον; Κοιτάμε πρόσωπα. Αλλά πόσα από αυτά τα βλέπουμε πραγματικά;
Και οι γραμμές συνεχίζουν. Δεν στρίβουν για κανέναν. Δεν συναντούν τίποτα. Δεν ακουμπάνε και δεν τις ακουμπάνε.
Ίσως αυτό να είναι και το παράξενο με τη μοναξιά. Δεν μοιάζει πάντα με κλάμα. Δεν φωνάζει. Δεν ζητάει βοήθεια. Φοράει κανονικά ρούχα, πηγαίνει στη δουλειά, απαντάει στα μηνύματα, βγαίνει για καφέ, γελάει στις σωστές στιγμές και λέει «μια χαρά». Και συνεχίζει.
Σαν ευθεία. Γιατί η ευθεία έχει έναν προορισμό. Ο άνθρωπος όμως; Έχει; Ή απλώς πηγαίνει;
Πηγαίνει, πηγαίνει. Από τη μία υποχρέωση στην άλλη. Από τη μία οθόνη στην άλλη. Από το ένα «πρέπει» στο επόμενο. Μέχρι κάποια στιγμή να σταματήσει.
Και να κοιτάξει τη γραμμή του.
Και τότε ίσως καταλάβει πως όλο αυτό το διάστημα είναι μόνος.
Θεέ μου! Πόσο μόνος!
Δεν ήταν μόνος επειδή δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ήταν μόνος επειδή δεν υπήρχε σύνδεση. Και η σύνδεση δεν είναι να βρίσκεσαι δίπλα σε κάποιον. Είναι να μπορείς να αφήσεις τη γραμμή σου να πλησιάσει τη δική του. Να αποκλίνει, να καμπυλώσει, να κάνει λάθος. Να μην είναι τέλεια. Να ζητήσει, να παρακαλέσει, να δεχτεί ότι χρειάζεται πραγματικά, έναν άλλο άνθρωπο.
Γιατί ίσως τελικά αυτό να ψάχνουμε όλοι. Όχι κάποιον να μας ακολουθεί. Μόνο κάποιον που θα σταθεί για λίγο απέναντι μας και θα πει: «Σε βλέπω, σε ακούω, σε νιώθω».
Ίσως η παραδοχή και η αναγνώριση της μοναξιάς να είναι και το αντίδοτο της. Να συναντήσει μια άλλη γραμμή και, έστω για λίγο, να μπορέσει να την πλησιάσει.
Αν βλέπεις και εσύ γραμμές που δεν τέμνονται και αν διακρίνεις έναν άνθρωπο μόνο, ανάμεσα τους, ρίξε μια ματιά στην εικονογράφηση μου. Ίσως νιώσεις και εσύ λίγο μόνος. Ίσως το καταλάβεις και τρέξεις να συγκλίνεις τις γραμμές σου.
Καλή ζωή!